ρωμαιοκρατία

η, Ν
η επικράτηση, η κοσμοκρατορία τής Ρώμης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < Ρωμαίος + -κρατία (< -κράτης < -κράτος), πρβλ. κεφαλαιο-κρατία. Η λ. μαρτυρείται από το 1856 στον Αν. Πολυζωίδη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Πελοπόννησος — I Ιστορική και γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας, η νοτιότερη και μεγαλύτερη χερσόνησος της χώρας και η νοτιότερη της Ευρώπης. Εκτείνεται μεταξύ των παραλλήλων 38° 20’ (ακρωτήριο Δρέπανο) και 36° 23’ (ακρωτήριο Ταίναρο) και των μεσημβρινών 210° 10’… …   Dictionary of Greek

  • Θεσσαλονίκη — I (4ος αι. π.Χ.). Κόρη του Φιλίππου Β’ της Μακεδονίας και της συζύγου του Νικησίπολης, αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σύζυγός της υπήρξε ο Κάσσανδρος, από τον οποίο απέκτησε τρεις γιους: τον Φίλιππο, τον Αντίπατρο και τον Αλέξανδρο. Τη σκότωσε ο… …   Dictionary of Greek

  • κάκωση — η (AM κάκωσις, Μ και κάκωση) [κακώ] κακοποίηση, κακομεταχείριση νεοελλ. ιατρ. ελαφρά ή και βαριά σωματική βλάβη που έχει προκληθεί από άλλο άτομο ή από εξωτερική βίαιη ενέργεια νεοελλ. μσν. κακοπάθεια, ταλαιπωρία μσν. 1. κακή πράξη 2. καταστροφή… …   Dictionary of Greek

  • Αθήνα — Πρωτεύουσα της Ελλάδας, από τις 18 Σεπτεμβρίου 1834, και του νομού Αττικής, το μεγαλύτερο πνευματικό, βιομηχανικό και οικονομικόεπιχειρησιακό κέντρο της χώρας. Βρίσκεται σε Β πλάτος 37° 58’ 20,1’’ και μήκος 23° 42’ 58,815’’ Α του Γκρίνουιτς. Στην …   Dictionary of Greek

  • Άσπενδος — Αρχαία ελληνική πόλη της Μικράς Ασίας, στην περιοχή της Παμφυλίας, στις όχθες του ποταμού Ευρυμέδοντα, που τότε ήταν πλωτός· στη θέση της βρίσκεται σήμερα το χωριό Μπαλκίζ. Την ίδρυσαν οι Αργείοι, αλλά πολύ γρήγορα κατοικήθηκε από πληθυσμό των… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Τέχνη (Αρχαιότητα) — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ Η απαρχή της αρχαίας ελληνικής τέχνης τοποθετείται συνήθως περί το 1100 π.Χ., μετά την κάθοδο των Δωριέων. Μετά την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β’ και την ανάγνωση των πινακίδων των ανακτόρων της Πύλου, των Μυκηνών, των… …   Dictionary of Greek

  • Θάσος — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν γιος του Ποσειδώνα ή του βασιλιά της Φοινίκης Αγήνορα, και της Τηλέφασσας. Ενώ βρισκόταν σε αναζήτηση της Ευρώπης, ανακάλυψε τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου του νησιού που αργότερα έφερε το όνομά του και ίδρυσε αποικία… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Αρχαιολογικό Λήμνου — Το Αρχαιολογικό Μουσείο της Λήμνου στεγάζεται στο διώροφο κτίριο του Διοικητηρίου της Τουρκοκρατίας, στη Μύρινα. Η πλούσια συλλογή του μουσείου περιλαμβάνει ευρήματα από όλη τη Λήμνο, που καλύπτουν χρονολογικά την ιστορία του νησιού από τη… …   Dictionary of Greek

  • Τέρμερα — Oνομασία αρχαίων πόλεων. 1. Μικρή αρχαία πόλη της Καρίας, η οποία βρισκόταν ΝΔ της Αλικαρνασσού. Κατά τους χρόνους του Δαρείου Δ’ κυβερνήτης της ήταν ο τύραννος Τύμνος. Την εποχή του Μαυσώλου καταστράφηκε, αλλά ήκμασε και έγινε ελεύθερη πόλη κατά …   Dictionary of Greek

  • Φίνλεϊ, Τζορτζ — (Finlay, Φέιβερσαμ, Αγγλία 1799 – Αθήνα 1875). Άγγλος ιστορικός και φιλέλληνας. Μετά τις νομικές του σπουδές στη Γλασκόβη, πήγε στο Γκέτινγκεν για να ειδικευτεί στο ρωμαϊκό δίκαιο. Το κύμα του φιλλεληνισμού τον έφερε το 1823 στην Ελλάδα, όπου… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.